νταβάνι


νταβάνι
το
βλ. ταβάνι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • νταβάνι — νταβάνι, το και ταβάνι, το (λ. τουρκ.), η οροφή, το αντίθετο του δαπέδου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ταβάνι — και νταβάνι, το, Ν 1. το εσωτερικό στέγης, οροφή 2. συνεκδ. στέγη. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. tavan] …   Dictionary of Greek

  • ταβανώνω — και νταβανώνω Ν [ταβάνι / νταβάνι] επικαλύπτω οροφή με σανίδες ή κονίαμα …   Dictionary of Greek

  • ταβάνι — ταβάνι, το και νταβάνι, το (λ. τουρκ.), οροφή, εσωτερικό στέγης, στέγη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.